Χωρίς Βαρύτητα!

ΤΟ " nο Gravity Zone" αποτελεί το παιδί του ιστότοπου γνωστού ως "ενάντια στην επιπεδούπολη" (antidras.blogspot.gr). Με ορμητήριο αυτό το χώρο, ανοίγουμε τα φτερά μας για πτήσεις προς θαυμαστούς, παράξενους, φιλόξενους κι αφιλόξενους, μα σίγουρα θαυμαστούς ορίζοντες. Μακρινούς ή κοντινούς, "εσωτερικούς" κι εξωτερικούς. Μεταφέρουμε εδώ κι επιλεγμένα κείμενα, δικά μας κι όχι μόνο, από το παλιό μπλογκ. Το "παλιό μας σπίτι" θα συνεχίζει να μας φιλοξενεί και αυτό και να αποτελεί σημείο αναφοράς και για καινούργιες εδώ αναρτήσεις μας.
Η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπινων όντων αποτελεί, όπως το βλέπουμε εμείς, αποτέλεσμα των ιδιοτήτων εκείνων που συνιστούν το μεγαλείο του ανθρώπου: Απλότητα, Ανεξαρτησία Αντίληψης, Αμφισβήτηση των συλλογικά αποδεκτών καταστάσεων και παραστάσεων, Περιέργεια, Φαντασία, Εκστατική διαίσθηση, Εκστατικός Θαυμασμός. Κι εμείς σκοπεύουμε στο νέο εγχείρημά μας να αδράξουμε κι αυτές τις ποιότητες που διαμορφώνουν κι ανάλογες διαδρομές κι αφηγούνται ιστορίες για "περιοχές μυθικές ή απαγορευμένες"(ποιοι άραγε ορίζουν τι είναι μύθος ή απαγορευμένο ή απρόσιτο για τις μάζες και πόσοι ακόμη κι αυτοαποκαλούμενοι ή θεωρούμενοι ως "επαναστάτες" ενστερνίζονται αυτές τις οδηγίες;). Κάτι μέσα μας μάς τρώει να αιωρηθούμε πάνω απ'όλη την ακαμψία και στατικότητα και πάνω απ'όλες τις παρανοήσεις του κόσμου, χαράσσοντας ρότα για τη λεωφόρο των...άστρων! Κάνοντας και μια απαραίτητη στάση στο "Μπαράκι στην Άκρη του Γαλαξία", ωθούμενοι από μια αρχέγονη μέθη, για να γευτούμε παράξενα ελιξίρια, μεθυστικά κοκτέηλ αστρικής σκόνης, κοσμικής ακτινοβολίας και φλεγόμενα υπολείμματα αστρικών (κι όχι μόνο) συστημάτων, με παγάκια από την ουρά αλητήριων αστεροειδών.
Και για να καταφέρουμε αυτά κι ακόμη περισσότερα, πρέπει να αφήσουμε τη...βαρύτητα πίσω μας. Χωρίς να ξεχάσουμε να πατάμε και γερά στο έδαφος!

Bρίσκεστε σε "no Gravity Zone" λοιπόν! Γιατί είμαστε ονειροπόλοι και με αιτία!

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

κολυμπώντας σε αχανή κι ανεξερεύνητα νερά: " ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ. ΝΤΙΚ "

"Η πραγματικότητά μας είναι μια προβολή από ένα μυστικό τεχνούργημα, ένα κομπιουτεροειδές μηχάνημα διδασκαλίας που μας καθοδηγεί, μας προγραμματίζει και γενικά μας εξουσιάζει και μας κοντρολάρει εν αγνοία μας, καθώς εμείς δρούμε χωρίς να συνειδητοποιουμε την ύπαρξή του, ζώντας μέσα στην παραισθητική προβολή του κόσμου μας.[...]Είμαστε αντίγραφα του αληθινου μας εαυτού, ρέπλικες που το παρόν μυαλό τους δεν τους ανήκει, είναι μια ξένη κατασκευή."
ΦΙΛΙΠ ΝΤΙΚ στην περίφημη "Εξήγηση" τη δεκαετία του'70
 Δυο λόγια-φτωχά για να περιγράψουν ένα τέτοιο "πολυδιαστατικό" πνεύμα- για τον Φίλιπ Ντικ



ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠ Κ. ΝΤΙΚ

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 βγαίνει στους κινηματογράφους της Ελλάδας το έργο «Ολική Επαναφορά», το οποίο είναι το ριμέϊκ του ομώνυμου έργου σκηνοθετημένου από το ξέπλυμα Πωλ Βερχόφεν με τον ίδιο τίτλο, βασισμένο πάνω στην ιδέα του μυθιστόρηματος του Φίλιπ Κ. Ντικ «Το θυμόμαστε Για Εσάς». Καθίστε λίγο να το σκεφτείτε. Το ριμέϊκ μιας ταινίας, η οποία με την σειρά της ήταν βασισμένη πάνω σε μία ιδέα ενός μυθιστορήματος. Με λίγα λόγια, πολύ μικρή σχέση μπορεί να έχει το τελικό προϊόν με την αρχική ιστορία. Το οποίο έχει και εξήγηση.

Βλέπετε, ο Φίλιπ Κ. Ντικ, ως Αμερικανός είχε φιλελεύθερο πνεύμα, κάτι που αντικατοπτριζόταν και σε πολλά από τα γραπτά του με ανησυχίες για την συγκέντρωση της εξουσίας, με χαρακτηριστικότερο -όσον αφορά στην συγκεκριμένη θεματολογία τουλάχιστον- το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος Στο Ψηλό Κάστρο». Επίσης, ο Φίλιπ Κ. Ντικ είχε φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες, πράγμα το οποίο τον έκανε να ασχοληθεί με διάφορα ρεύματα φιλοσοφίας και θρησκείας όπως ο Βουδισμός, ο Ζοροαστρισμός, ο Ροδοσταυρισμός, η αρχαιοελληνική φιλοσοφία και ο γνωστικισμός, ο οποίος ήταν έκδηλος σε πολλά έργα του. Και αυτό τον έκανε πολύ γνωστό στα ξεπλύματα, αν και ο ίδιος εξ όσων γνωρίζω ουδεμία σχέση με αυτά είχε. Και αυτό γιατί, όπως θα δούμε και στον μέλλον, η σχέση γνωστικισμού και ξεπλυμάτων είναι άρρηκτη, αν όχι ουσιαστικά ταυτόσημη.

Έτσι, αν και ουσιαστικά άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, ο συνδυασμός του φιλελευθερισμού με τον γνωστικισμό που τον διακατείχε, είχε ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός ιστοριών του να βρει τον δρόμο προς την μεγάλη οθόνη. Υπήρχε ένα πρόβλημα όμως. Ο Φίλιπ Κ. Ντικ δεν ήταν ο ίδιος ξέπλυμα. Τις γνωστικές του ιδέες τις έβαζε στα μυθιστορήματά του όχι για να προπαγανδίσει ή να κάνει τον γνωστικισμό υποσυνείδητα μέρος της διαδικασίας της σκέψης των αναγνωστών του. Αυτό το έκανε γιατί, όπως προείπαμε, είχε φιλοσοφικές και υπαρξιακές ανησυχίες, πράγμα το οποίο τον έκανε να ασχοληθεί με διάφορα ρεύματα φιλοσοφίας και θρησκείας. Και αυτές του οι ανησυχίες ήταν παρούσες σε όλα τα μυθιστορήματά του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την αλληγορία του ανδροειδούς που ήθελε να συναντήσει τον δημιουργό του ώστε να του δώσει περισσότερη ζωή στο «Μπλέϊντ Ράννερ»; Ή το ανδροειδές που δεν ήξερε πως ήταν ανδροειδές, ή το ψυχολογικό τεστ με τις φαινομενικά περίεργες ερωτήσεις, από το ίδιο έργο; Λοιπόν, αν και επίσης το «Μπλέϊντ Ράννερ» ήταν διασκευή και δεν ακολουθούσε ακριβώς την ιστορία του «Το Ηλεκτρικό Πρόβατο», θεωρείται ως η πλέον ακριβής μεταφορά έργου του Φίλιπ Κ. Ντικ στην μεγάλη οθόνη.

Όπως λοιπόν καταλαβαίνετε, όταν τα ξεπλύματα θέλουν να κάνουν ένα από τα έργα του Φίλιπ Κ. Ντικ ταινία, πρέπει να το αποστειρώσουν πρώτα. Δεν είναι δυνατόν να δίνουμε στο κοινό τροφή για σκέψη, και ειδικά όταν αυτή αφορά σε τόσο βαθιά ζητήματα. Δεν είναι δυνατόν να θέλεις να εκκοσμικεύσεις την πλέμπα και από την άλλην να της προσφέρεις φιλοσοφικά ζητήματα τα οποία απαντώνται μόνο με την ύπαρξη του Θεού. Δεν είναι δυνατόν να θέλεις να περάσεις την νοοτροπία του ότι ο υλικός κόσμος είναι τα πάντα και από την άλλη να δείχνεις τον κόσμο με το μάτι του Φίλιπ Κ. Ντικ. Γι’ αυτό αποστείρωση, πετσοκόψιμο και αποσιώπηση αλλιώς θα μας πάρουν χαμπάρι.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω πως διάλεξα την συγκεκριμένη ομιλία του Φίλιπ Κ. Ντικ ως εισαγωγή στον Γνωστικισμό και τον Ερμητισμό, ρεύματα που θα μας απασχολήσουν αργότερα. Προσπαθήστε να διαβάσετε όλην την ομιλία, ακόμα και εάν το κάνετε σε μία περίοδο μερικών ημερών και όχι «μονοκοπανιά». Θα το εκτιμούσα. Αφιέρωσα πολύ χρόνο και κόπο για να την μεταφράσω και άλλωστε, αξίζει τον κόπο. Όχι μόνο βλέπετε τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μπορείτε να δείτε το τι είδους και πόση αποστείρωση πέφτει όταν τα μυθιστορήματά του γίνονται ταινίες, αλλά βλέπετε και ανησυχίες, φιλοσοφία και έναν τρόπο σκέψης ο οποίος έχει εκλείψει πλέον από τους σημερινούς «διανοούμενους» που γράφουν για ουρολαγνεία, εξυμνούν τον υλικό κόσμο και το πόπολο από κάτω χειροκροτά. Αν και προσωπικά δεν συμφωνώ με πολλά από τα λεγόμενά του, ίσως και τα περισσότερα, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: Δεν ήταν και τόσο παλιά το 1978, τι διάολο έγινε από τότε και γίναμε ανεγκέφαλοι καταναλωτές του τίποτα;

Σημείωση: Εκτός από την μετάφραση, παραθέτω και την αυθεντική απομαγνητοφώνηση της ομιλίας του στα Αγγλικά εδώ, αν τυχόν θέλετε να διαβάσετε το αυθεντικό κείμενο ή αν θέλετε απλά να τα συγκρίνετε.

Πώς Να Οικοδομήσετε Ένα Σύμπαν Που Δεν Καταρρέει Δύο Ημέρες Αργότερα

Πρώτα, πριν αρχίσω να σας κάνω να βαριέστε με τα συνήθη είδους πράγματα συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας λένε στις ομιλίες, επιτρέψτε μου να σας φέρω επίσημους χαιρετισμούς από την Ντίσνεϋλαντ. Θεωρώ τον εαυτό μου εκπρόσωπο της Ντίσνεϋλαντ γιατί ζω μόλις λίγα μίλια από αυτήν -και, σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, είχα την τιμή να δώσω συνέντευξη εκεί στην Παρισινή Τηλεόραση.


Για αρκετές εβδομάδες μετά τη συνέντευξη, ήμουν πραγματικά άρρωστος και περιορισμένος στο κρεβάτι. Πιστεύω ότι ήταν τα περιστρεφόμενα φλυτζάνια υπεύθυνα γι’ αυτό. Η Ελίζαμπεθ Αντέμπι, η οποία ήταν η παραγωγός της ταινίας της συνέντευξης, ήθελε να με βάλει να περιστρέφομαι μέσα σε ένα από αυτά τα γιγαντιαία φλυτζάνια ενώ συζητούσαμε για την άνοδο του φασισμού με τον Νόρμαν Σπίνραντ… ένας παλιός φίλος μου που γράφει εξαιρετική επιστημονική φαντασία. Συζητήσαμε επίσης για το Γουωτεργκέιτ, αλλά αυτό το κάναμε στο κατάστρωμα του πειρατικού πλοίου του Κάπταιν Χουκ. Μικρά παιδιά, φορώντας καπέλα Μίκυ Μάους -αυτά τα μαύρα καπέλα με τα αυτιά- συνέχεια έτρεχαν και έπεφταν πάνω μας ενόσω οι κάμερες βούϊζαν και η Ελίζαμπεθ έκανε αναπάντεχες ερωτήσεις. Ο Νόρμαν κι εγώ, απασχολημένοι με το να πετάμε μικρά παιδιά εδώ κι εκεί, είπαμε ορισμένα εξαιρετικά ηλίθια πράγματα εκείνη την ημέρα. Σήμερα, ωστόσο, θα πρέπει να αποδεχθώ την πλήρη ευθύνη για ό,τι σας πω, δεδομένου ότι κανένας από εσάς δεν φορά καπέλα Μίκυ Μάους και προσπαθεί να αναρριχηθεί επάνω μου έχοντας την εντύπωση ότι είμαι μέρος της συρματολογίας ενός πειρατικού πλοίου.

Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, λυπάμαι που το λέω, πραγματικά δεν γνωρίζουν τίποτα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για την επιστήμη, επειδή οι γνώσεις μας γι’ αυτήν είναι περιορισμένες και ανεπίσημες, και συνήθως η φαντασία μας είναι απαίσια. Λίγα χρόνια πριν, κανένα κολλέγιο ή πανεπιστήμιο δεν θα θεωρούσε να καλέσει κανέναν μας να μιλήσει. Εμείς ήμασταν περιορισμένοι ευσπλαχνικά σε ζοφερά περιοδικά παλπ, μη εντυπωσιάζοντας κανέναν. Εκείνες τις μέρες, φίλοι μου μου έλεγαν, «Αλλά γράφεις οτιδήποτε σοβαρό;» εννοώντας «Γράφεις οτιδήποτε άλλο εκτός από επιστημονική φαντασία;» Εμείς ποθούσαμε να γίνουμε αποδεκτοί. Λαχταρούσαμε να μας προσέξουν. Μετά, ξάφνου, ο ακαδημαϊκός κόσμος μας πρόσεξε, είχαμε προσκληθεί να δώσουμε ομιλίες και να εμφανιστούμε σε τηλεοπτικά πάνελ -και αμέσως κάναμε τους εαυτούς μας να φανούν ηλίθιοι. Το πρόβλημα είναι απλώς αυτό: Για τι ξέρει ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας; Για ποιο θέμα είναι αυθεντία;

Αυτό μου θυμίζει έναν τίτλο που εμφανίστηκε σε μια εφημερίδα της Καλιφόρνιας, λίγο πριν πετάξω εδώ. ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΝΑ ΜΟΙΑΣΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΟΝΤΑ.
Ήταν ένα ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα, υποθέτω. Απλά σκεφτείτε: Κάποιος σε αυτόν τον κόσμο είναι αυθεντία σχετικά με το θέμα του κατά πόσον τα ποντίκια μπορούν ή δεν μπορούν να φορέσουν δίχρωμα παπούτσια, ημίψηλα καπέλα, ριγέ πουκάμισα και παντελόνια από πολυεστέρα και να περάσουν ως άνθρωποι.

Λοιπόν, θα σας πω τι με ενδιαφέρει, αυτό που θεωρώ σημαντικό. Δεν ισχυρίζομαι να είμαι αυθεντία σε οτιδήποτε, αλλά μπορώ ειλικρινά να πω ότι ορισμένα θέματα απολύτως με συναρπάζουν, και ότι γράφω για αυτά συνέχεια. Τα δύο βασικά θέματα που με συναρπάζουν είναι «Τι είναι η πραγματικότητα;», και «Τι συνιστά το αυθεντικό ανθρώπινο ον;» Στα είκοσι επτά χρόνια στα οποία έχω δημοσιεύσει νουβέλες και ιστορίες έχω ερευνήσει αυτά τα δύο αλληλένδετα θέματα ξανά και ξανά. Τα θεωρώ σημαντικά θέματα. Τι είμαστε; Τι είναι αυτό που μας περιβάλλει, αυτό που ονομάζουμε το όχι-εγώ, ή τον εμπειρικό ή φαινομενικό κόσμο;

Το 1951, όταν πούλησα την πρώτη μου ιστορία, δεν είχα ιδέα ότι τόσο θεμελιώδη ζητήματα θα μπορούσαν να επιδιωχθούν στο πεδίο της επιστημονικής φαντασίας. Ξεκίνησα να τα επιδιώκω ασυνείδητα. Η πρώτη μου ιστορία είχε να κάνει με ένα σκυλί που φανταζόταν ότι οι σκουπιδιάρηδες που ερχόντουσαν κάθε Παρασκευή πρωί έκλεβαν πολύτιμα τρόφιμα τα οποία η οικογένεια είχε προσεκτικά αποθηκεύσει σε ένα ασφαλές μεταλλικό δοχείο. Κάθε μέρα, μέλη της οικογένειας μετέφεραν χάρτινους σάκους ωραίας ώριμης τροφής, τα γέμιζαν στο μεταλλικό δοχείο, έκλειναν το πώμα σφιχτά -και όταν το δοχείο ήταν πλήρες, αυτά τα πλάσματα με την τρομερή εμφάνιση ήρθαν και έκλεψαν τα πάντα εκτός από τον τενεκέ.

Τέλος, στην ιστορία, ο σκύλος αρχίζει να φαντάζεται πως κάποια μέρα οι σκουπιδιάρηδες θα φάνε τους ανθρώπους στο σπίτι, και θα κλέψουν τα τρόφιμά τους. Φυσικά, ο σκύλος κάνει λάθος σχετικά με αυτό. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι σκουπιδιάρηδες δεν τρώνε ανθρώπους. Αλλά η παρέκταση του σκύλου ήταν κατά μία έννοια, λογική -δεδομένων των γεγονότων στη διάθεσή του. Η ιστορία πραγματευόταν έναν αληθινό σκύλο, και τον παρακολουθούσα και προσπαθούσα να μπω μέσα στο κεφάλι του και να φανταστώ πώς έβλεπε τον κόσμο. Ασφαλώς, αποφάσισα, πως οι σκύλοι βλέπουν τον κόσμο αρκετά διαφορετικά από ό,τι εγώ ή οποιονδήποτε άνθρωπο. Και στη συνέχεια άρχισα να σκεφτόμαι, Ίσως το κάθε ανθρώπινο ον ζει σε έναν μοναδικό κόσμο, έναν ιδιωτικό κόσμο, έναν κόσμο διαφορετικό από αυτούς που κατοικούνται και βιώνονται από όλους τους άλλους ανθρώπους. Και αυτό με οδήγησε να αναρωτηθώ, Εάν η πραγματικότητα διαφέρει από πρόσωπο σε πρόσωπο, μπορούμε να μιλάμε για την πραγματικότητα στον ενικό ή δεν θα έπρεπε πραγματικά να μιλάμε για πληθυντικές πραγματικότητες; Και αν υπάρχουν πολλαπλές πραγματικότητες, είναι ορισμένες πιο αλήθεια (πιο πραγματικές) από άλλες; Τι συμβαίνει στον κόσμο ενός σχιζοφρενή; Ίσως, να είναι όσο πραγματικός όσο ο δικός μας κόσμος. Ίσως να μην μπορούμε να πούμε ότι είμαστε σε επαφή με την πραγματικότητα και αυτός δεν είναι, αλλά αντ’ αυτού θα πρέπει να πούμε, Η πραγματικότητά του είναι τόσο διαφορετική από τη δική μας ώστε δεν είναι δυνατόν να μας την εξηγήσει, και εμείς δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την δική μας σε αυτόν. Το πρόβλημα, είναι λοιπόν, ότι εάν οι υποκειμενικοί κόσμοι βιώνονται πολύ διαφορετικά, εμφανίζεται μία έλλειψη επικοινωνίας… και εκεί είναι η πραγματική ασθένεια.

Μια φορά έγραψα μία ιστορία σχετικά με έναν άνθρωπο ο οποίος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε σε ένα νοσοκομείο. Όταν άρχισαν την επέμβαση, ανακάλυψαν ότι ήταν ένα ανδροειδές, όχι ένας άνθρωπος, αλλά δεν το ήξερε. Αυτοί έπρεπε να τον ενημερώσουν. Σχεδόν αμέσως, ο κ. Γκάρσον Πουλ ανακάλυψε ότι η πραγματικότητά του αποτελείτο από μία διάτρητη ταινία διερχόμενη από μπομπίνα σε μπομπίνα στο στήθος του. Γοητευμένος, άρχισε να γεμίζει ορισμένες από τις τρύπες και να προσθέτει νέες. Αμέσως, ο κόσμος του άλλαξε. Ένα σμήνος από πάπιες πέταξε μέσα από την αίθουσα όταν έκανε μία νέα τρύπα στην ταινία. Τέλικά, έκοψε την ταινία εντελώς, οπότε ο κόσμος εξαφανίστηκε. Ωστόσο, επίσης εξαφανίστηκε και για τους άλλους χαρακτήρες στην ιστορία… που δεν έχει κανένα νόημα, εάν το σκεφθείτε. Εκτός εάν οι άλλοι χαρακτήρες ήταν αποκυήματα της φαντασίας της διάτρητης ταινίας του. Το οποίο μαντεύω πως αυτό ήταν.

Ήταν πάντα ελπίδα μου, στην γραφή μυθιστορημάτων και ιστοριών που θέτουν την ερώτηση «Τι είναι πραγματικότητα;», κάποια μέρα να λάβω μιαν απάντηση. Αυτή ήταν η ελπίδα των περισσότερων από τους αναγνώστες μου, επίσης. Πέρασαν χρόνια. Έγραψα πάνω από τριάντα μυθιστορήματα και πάνω από εκατό διηγήματα και ακόμη δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν πραγματικό. Μία ημέρα ένα κορίτσι που φοιτούσε στο Κολλέγιο στον Καναδά με ρώτησε να ορίσω την πραγματικότητα για αυτήν, για μία εργασία που έγραφε για το μάθημα της φιλοσοφίας. Ήθελε μιαν απάντηση σε μία πρόταση. Σκέφτηκα και στο τέλος είπα, «Πραγματικότητα είναι αυτό το οποίο, όταν σταματήσεις να πιστεύεις σε αυτό, δεν φεύγει». Αυτό είναι ό,τι μπορούσα να βρω. Αυτό ήταν πίσω στο 1972. Έκτοτε δεν έχω καταφέρει να καθορίσω την πραγματικότητα σαφέστερα.

Αλλά το πρόβλημα είναι πραγματικό, δεν είναι ένα απλό πνευματικό παιχνίδι. Επειδή σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία κίβδηλες πραγματικότητες κατασκευάζονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τις κυβερνήσεις, από μεγάλες εταιρείες, από θρησκευτικές ομάδες, πολιτικές ομάδες -και το ηλεκτρονικό υλικό υπάρχει με το οποίο διανέμονται αυτοί οι ψευδόκοσμοι άμεσα στα κεφάλια του αναγνώστη, του θεατή, του ακροατή. Μερικές φορές, όταν παρακολουθώ την εντεκάχρονη κόρη μου που παρακολουθεί τηλεόραση, αναρωτιέμαι τι διδάσκεται. Το πρόβλημα της στραβομπαλιάς· δείτε το έτσι. Ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα που παράγεται για ενήλικες παρακολουθείται από ένα μικρό παιδί. Τα μισά από ό,τι λέγεται και γίνεται στις δραματικές σειρές πιθανόν να παρεξηγείται από το παιδί. Ίσως τα παρεξηγεί όλα. Και το θέμα είναι, Ακριβώς πόσο αυθεντικές είναι οι πληροφορίες έτσι κι αλλιώς, ακόμη και αν το παιδί τις καταλάβει σωστά; Ποια είναι η σχέση μεταξύ της μέσης κατάστασης στην τηλεόραση, κωμωδία προς πραγματικότητα; Τι γίνεται με τις αστυνομικές σειρές; Αυτοκίνητα συνεχώς εκτρέπονται εκτός ελέγχου, τρακάρουν, και πιάνουν φωτιά. Η αστυνομικοί είναι πάντα οι καλοί και κερδίζουν πάντα. Μην αγνοοείτε αυτό το σημείο: Η αστυνομία πάντα κερδίζει. Τι μάθημα κι αυτό. Δεν θα πρέπει να καταπολεμήσετε τις αρχές, και ακόμη και εάν το κάνετε, θα χάσετε. Το μήνυμα εδώ είναι, να είστε παθητικοί. Και -να συνεργάζεστε. Αν ο Μπαρέττα σας ρωτάει για πληροφορίες, δώσετέ τις, επειδή ο Μπαρέττα είναι καλός άνθρωπος και αξιόπιστος. Σας αγαπά, και πρέπει να τον αγαπάτε.

Έτσι ερωτώ, στα γραπτά μου, Τι είναι πραγματικό; Επειδή αδιάκοπα βομβαρδιζόμαστε με ψευδοπραγματικότητες που παρασκευάζονται από πολύ εξελιγμένα άτομα, χρησιμοποιώντας πολύ εξελιγμένους ηλεκτρονικούς μηχανισμούς. Δεν έχω δυσπιστία στα κίνητρά τους· Έχω δυσπιστία στη δύναμή τους. Έχουν πολλή. Και είναι μία εκπληκτική δύναμη: αυτή της δημιουργίας ολόκληρων συμπάντων, συμπάντων του μυαλού. Θα έπρεπε να γνωρίζω. Κάνω το ίδιο πράγμα. Είναι η δουλειά μου να δημιουργώ σύμπαντα, ως βάση για μια νουβέλλα μετά την άλλη. Και πρέπει να τα οικοδομώ κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην καταρρέουν δύο ημέρες αργότερα. Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουν οι εκδότες μου. Ωστόσο, εγώ θα σας αποκαλύψω ένα μυστικό: Μου αρέσει να οικοδομώ σύμπαντα τα οποία καταρρέουν. Μου αρέσει να τα βλέπω να αποκολλούνται, και μου αρέσει να βλέπω το πώς οι χαρακτήρες στις νουβέλλες αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα. Έχω μια μυστική αγάπη για το χάος. Θα έπρεπε να υπάρχει περισσότερο απ’ αυτό. Μην πιστεύετε -και είμαι απόλυτα σοβαρός όταν το λέω αυτό- μην υποθέτετε πως η τάξη και η σταθερότητα είναι πάντα καλές, σε μια κοινωνία ή σε ένα σύμπαν. Το παλαιό, το οστεοποιημένο, πρέπει πάντοτε να δίνει προτεραιότητα στη νέα ζωή και τη γέννηση νέων πραγμάτων. Πριν τα νέα πράγματα μπορούν να γεννηθούν τα παλιά πρέπει να χαθούν. Αυτή είναι μία επικίνδυνη συνειδητοποίηση, επειδή μας λέει ότι πρέπει τελικά να αποχωριστούμε από πολλά από όσα μας είναι οικεία. Και αυτό πονάει. Αλλά αυτό είναι μέρος της γραφής της ζωής. Εκτός και αν εμείς ψυχολογικά μπορούμε να φιλοξενήσουμε την αλλαγή, εμείς οι ίδιοι αρχίζουμε να πεθαίνουμε, ενδομύχια. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα αντικείμενα, τα έθιμα, οι συνήθειες, και οι τρόποι ζωής πρέπει να χάνονται έτσι ώστε να μπορεί να ζήσει το αυθεντικό ανθρώπινο ον. Και είναι το αυθεντικό ανθρώπινο ον που προέχει περισσότερο, ο βιώσιμος, ελαστικός οργανισμός, ο οποίος μπορεί να επανέλθει, να απορροφήσει και να μεταχειριστεί το νέο.

Φυσικά, θα το έλεγα αυτό, γιατί ζω κοντά στην Ντίσνεϋλαντ, και πάντα προσθέτουν καινούργια παιχνίδια και καταστρέφουν τα παλιά. Η Ντίσνεϋλαντ είναι ένας εξελισσόμενος οργανισμός. Για χρόνια είχαν το ομοίωμα του Λίνκολν, που όπως ο ίδιος ο Λίνκολν, ήταν μόνο μια προσωρινή μορφή στην οποία η ύλη και η ενέργεια παίρνουν και μετά χάνουν. Το ίδιο είναι αληθές για τον καθένα μας, είτε μας αρέσει ή όχι.

Ο προσωκρατικός Έλληνας φιλόσοφος Παρμενίδης δίδαξε ότι τα μόνα πράγματα που είναι πραγματικά είναι πράγματα που ποτέ δεν αλλάζουν… και ο προσωκρατικός Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος δίδαξε ότι τα πάντα αλλάζουν. Εάν υπερθέσετε τις δύο απόψεις τους, θα λάβετε αυτό το αποτέλεσμα: τίποτε δεν είναι πραγματικό. Υπάρχει ένα συναρπαστικό επόμενο βήμα σε αυτή τη γραμμή σκέψης: Ο Παρμενίδης θα μπορούσε να μην είχε υπάρξει ποτέ, επειδή γέρασε και πέθανε και εξαφανίστηκε, έτσι, σύμφωνα με τη δική του φιλοσοφία, δεν υπήρξε. Και ο Ηράκλειτος μπορεί να είχε δίκιο -μην το ξεχνάμε αυτό· έτσι εάν ο Ηράκλειτος είχε δίκιο, τότε ο Παρμενίδης πράγματι υπήρξε, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την φιλοσοφία του Ηράκλειτου, ίσως ο Παρμενίδης να ήταν σωστός, δεδομένου ότι ο Παρμενίδης πληρούσε τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια, με τα οποία ο Ηράκλειτος έκρινε τα πράγματα πραγματικά.

Σας το λέω αυτό απλά για να δείξω ότι, μόλις αρχίζεις να ρωτάς τι είναι εν τέλει πραγματικό, αμέσως ξεκινάς να λες ανοησίες. Ο Ζήνων απέδειξε πως η κίνηση ήταν αδύνατη (στην πραγματικότητα μόνο φαντάστηκε ότι το είχε αποδείξει· αυτό που του εξέλλειπε ήταν αυτό που τεχνικά ονομάζεται «θεωρία των ορίων»). Ο Ντέϊβιντ Χιουμ, ο μεγαλύτερος σκεπτικιστής από όλους, κάποτε παρατήρησε ότι μετά από μια συγκέντρωση σκεπτικών που συναντήθηκαν για να διακηρύξουν την φιλαλήθεια του σκεπτικισμού ως φιλοσοφία, όλα τα μέλη της συγκέντρωσης έφυγαν ωστόσο από την πόρτα και όχι από το παράθυρο. Κατανοώ το προκείμενο του Χιουμ. Ήταν όλα μόνο λόγια. Οι σοβαροφανείς φιλόσοφοι δεν λάμβαναν αυτά που είπαν στα σοβαρά.

Αλλά θεωρώ ότι το θέμα του καθορισμού του τι είναι πραγματικό -που είναι ένα σοβαρό θέμα, ακόμη και μια ζωτικής σημασίας θέμα. Και εκεί κάπου είναι το άλλο θέμα, ο ορισμός του το αυθεντικού ανθρώπου. Επειδή ο βομβαρδισμός των ψευδοπραγματικοτήτων αρχίζει να παράγει μη αυθεντικούς ανθρώπους πολύ γρήγορα, κίβδυλους ανθρώπους -όσο πλαστά είναι τα δεδομένα που τους πιέζουν από όλες τις πλευρές. Τα δύο θέματά μου είναι πραγματικά ένα θέμα· ενώνονται σε αυτό το σημείο. Απομιμήσεις πραγματικότητας θα δημιουργήσουν απομιμήσεις ανθρώπων. Ή, απομιμήσεις ανθρώπων θα δημιουργήσουν απομιμήσεις πραγματικότητας και στη συνέχεια θα τα πωλούν σε άλλους ανθρώπους, μετατρέποντάς τους, τελικά, σε πλαστογραφίες των εαυτών τους. Έτσι καταλήγουμε με απομιμήσεις ανθρώπων που εφευρίσκουν απομιμήσεις πραγματικοτήτων και στη συνέχεια τις πλασάρουν σε άλλες απομιμήσεις ανθρώπων. Είναι απλώς μια πολύ μεγάλη έκδοση της Ντίσνεϋλαντ. Μπορείτε να έχετε τη βόλτα με το πειρατικό ή το ομοίωμα του Λίνκολν ή την άγρια βόλτα του κυρίου Βάτραχου -μπορείτε να τα έχετε όλα, αλλά τίποτε δεν είναι αληθές.

Στα γραπτά μου, ενδιαφέρθηκα τόσο πολύ για τις απομιμήσεις ώστε τελικά μου ήρθε η έννοια των απομιμημένων απομιμήσεων. Για παράδειγμα, στη Ντίσνεϋλαντ υπάρχουν απομιμήσεις πτηνών που δουλεύουν με ηλεκτρικούς κινητήρες που εκπέμπουν κραξίματα και στριγγλιές ενώ τα προσπερνάς. Ας υποθέσουμε ότι κάποια νύχτα όλοι μας πηγαίναμε κρυφά στο πάρκο με πραγματικά πτηνά και τα υποκαθιστούσαμε αντί των τεχνητών. Φανταστείτε την φρίκη των υπαλλήλων της Ντίσνεϋλαντ που θα αισθάνονταν όταν ανακάλυπταν την σκληρή φάρσα. Πραγματικά πτηνά! Και ίσως κάποια μέρα ακόμη και πραγματικοί ιπποπόταμοι και λιοντάρια. Τρόμος. Το πάρκο να μεταλλάσσεται πονηρά από το μη πραγματικό στο πραγματικό, από μοχθηρές δυνάμεις. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το Μάττερχορν μετατρεπόταν σε ένα αυθεντικό καλυμμένο από χιόνι βουνό; Τι γίνεται αν όλο το μέρος, από ένα θαύμα της δύναμης και της σοφίας του Θεού, ήταν αλλαγμένο, μέσα σε μια στιγμή, εν ριπή οφθαλμού, σε κάτι αδιάβλητο; Θα έπρεπε να κλείσουν.

Στον Τίμαιο του Πλάτωνα, ο Θεός δεν δημιουργεί το σύμπαν, όπως κάνει ο Χριστιανός Θεός· Απλά το βρίσκει μία ημέρα. Είναι σε κατάσταση συνολικού χάους. Ο Θεός προετοιμάζεται να εργαστεί για να μετατρέψει το χάος σε τάξη. Η ιδέα αυτή με ελκύει, και την έχω προσαρμόσει ώστε να χωρέσει στις δικές μου πνευματικές ανάγκες: Και αν το σύμπαν μας ξεκίνησε ως κάτι όχι πολύ πραγματικό, ένα είδος αυταπάτης, όπως η Ινδουιστική θρησκεία διδάσκει, και ο Θεός, από την αγάπη και την καλοσύνη για μας, το μετατρέπει αργά, αργά και μυστικά, σε κάτι πραγματικό;

Δεν θα αντιλαμβανόμασταν αυτόν τον μετασχηματισμό, δεδομένου ότι δεν αντιλαμβανόμασταν ότι ο κόσμος μας ήταν μια αυταπάτη εξ αρχής. Αυτό είναι τεχνικώς μία Γνωστική ιδέα. Ο Γνωστικισμός είναι μια θρησκεία που εναγκάλισε Εβραίους, Χριστιανούς και παγανιστές για αρκετούς αιώνες. Έχω κατηγορηθεί ότι κατέχω Γνωστικές ιδέες. Υποθέτω ότι το κάνω. Κάποτε θα είχα καεί. Ωστόσο ορισμένες από τις ιδέες τους μoυ κινούν την περιέργεια. Μία φορά, όταν μελετούσα τον Γνωστικισμό στην εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα, βρήκα τυχαία μια αναφορά σε έναν Γνωστικό κώδικα ονόματι Ο Μη Αληθινός Θεός και οι Πτυχές Του Ανύπαρκτου Σύμπαντός Του, μια ιδέα που μου με έκανε να ξεσπάσω σε αβοήθητα γέλια. Τι είδους άνθρωπος θα έγραφε για κάτι πως γνωρίζει ότι δεν υπάρχει, και πώς μπορεί κάτι που δεν υπάρχει να έχει πτυχές; Όμως στη συνέχεια συνειδητοποίησα πως έγραφα σχετικά με τα θέματα αυτά πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Υποθέτω ότι υπάρχει μεγάλη ευρύτητα σε ό,τι μπορείς να πεις όταν γράφεις σχετικά με ένα θέμα που δεν υπάρχει. Ένας φίλος μου κάποτε δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο Φίδια της Χαβάης. Ένας αριθμός βιβλιοθηκών του έγραψε παραγγέλνοντας αντίτυπα. Λοιπόν, δεν υπάρχουν φίδια στην Χαβάη. Όλες οι σελίδες του βιβλίου του ήταν κενές.

Φυσικά, στην επιστημονική φαντασία δεν υπάρχει η πρόφαση ότι οι κόσμοι που περιγράφονται είναι πραγματικοί. Γι’ αυτό και το αποκαλούμε φαντασία. Ο αναγνώστης προειδοποιείται εκ των προτέρων να μην πιστέψει το τι πρόκειται να διαβάσει. Εξίσου αληθώς, οι επισκέπτες στην Ντίσνεϋλαντ κατανοούν ότι ο κύριος Βάτραχος δεν υπάρχει πραγματικά και ότι οι πειρατές κινούνται από κινητήρες και σερβομηχανισμούς, ρελέδες και ηλεκτρονικά κυκλώματα. Έτσι δεν υπάρχει απάτη.

Και όμως το περίεργο πράγμα είναι, κατά κάποιον τρόπο, κάποιον πραγματικό τρόπο, μεγάλο μέρος του τι εμφανίζεται κάτω από τον τίτλο «επιστημονική φαντασία» είναι αληθές. Ίσως να μην είναι κυριολεκτικά αληθές, υποθέτω. Δεν μας έχουν πραγματικά εισβάλει πλάσματα από ένα άλλο αστρικό σύστημα, όπως αποικονίζεται στις Στενές Επαφές του Τρίτου Τύπου. Οι παραγωγοί της εν λόγω ταινίας ποτέ δεν προόριζαν εμάς να την πιστέψουμε. Ή μήπως ναι;

Και, πιο σημαντικό, αν είχαν την πρόθεση να το δηλώσουν, είναι πράγματι αληθές; Αυτό είναι το θέμα: όχι, Ο συγγραφέας ή ο παραγωγός το πιστεύουν, αλλά -είναι αληθές; Διότι, κατά αρκετή τύχη, κατά την αναζήτηση ενός καλού αφηγήματος, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ή ο παραγωγός ή ο σεναριογράφος ίσως παραπατήσουν στην αλήθεια… και μόνο αργότερα το συνειδητοποιήσουν.

Το βασικό εργαλείο για τη χειραγώγηση της πραγματικότητας είναι ο χειρισμός των λέξεων. Εάν μπορείς να ελέγξεις την έννοια των λέξεων, μπορείς να ελέγξεις τα άτομα που πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις λέξεις. Ο Τζωρτζ Όργουελ το έκανε αυτό σαφές στο μυθιστόρημά του 1984. Αλλά ένας άλλος τρόπος για να ελέγξεις το μυαλό των ανθρώπων είναι να ελέγξεις τις αντιλήψεις τους. Εάν μπορείς να τους κάνεις να δουν τον κόσμο όπως εσύ, θα σκέφτονται όπως εσύ. Η κατανόηση ακολουθεί την αντίληψη. Πώς τους κάνεις να δουν την πραγματικότητα που βλέπεις; Παρ’ όλ’ αυτά, είναι μόνο μία πραγματικότητα από πολλές. Οι εικόνες είναι ένα βασικό συστατικό: ταινίες. Γι ‘ αυτό και η ισχύς της τηλεόρασης να επηρεάζει τα νέα μυαλά είναι τόσο εξαιρετικά μεγάλη. Λόγια και εικόνες είναι συγχρονισμένα. Η δυνατότητα του συνολικού ελέγχου του θεατή υπάρχει, ιδιαίτερα στους νέους θεατές. Η τηλεθέαση είναι ένα είδος υπνοπαιδείας. Το εγκεφαλογράφημα ενός ατόμου που παρακολουθεί τηλεόραση δείχνει ότι μετά την περίπου μισή ώρα ο εγκέφαλος αποφασίζει ότι δεν συμβαίνει τίποτα, και μπαίνει σε κατάσταση υπνοειδούς λυκόφωτος, εκπέμποντας κύματα τύπου Άλφα. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει τόσο λίγη κίνηση ματιού. Επιπλέον, μεγάλο μέρος των πληροφοριών είναι παραστατικό και επομένως περνά στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, αντί να επεξεργάζεται από το αριστερό, όπου βρίσκεται η συνειδητή προσωπικότητα. Πρόσφατα πειράματα δείχνουν ότι μεγάλο μέρος αυτών που βλέπουμε στην οθόνη της τηλεόρασης λαμβάνεται σε υποσυνείδητη βάση. Μόνο φανταζόμαστε πως βλέπουμε συνειδητά τι υπάρχει εκεί. Το μεγαλύτερο μέρος των μηνυμάτων διαφεύγει της προσοχής μας· κυριολεκτικά, μετά από μια λίγες ώρες τηλεθέασης, δεν γνωρίζουμε τι έχουμε δει. Οι αναμνήσεις μας είναι κίβδυλες, όπως οι αναμνήσεις των ονείρων μας· το κενό συμπληρώνεται εκ των υστέρων. Και παραποιημένα. Συμμετείχαμε εν αγνοία μας στη δημιουργία μιας ψευδεπίγραφης πραγματικότητας, και στη συνέχεια το δώσαμε τροφή στους εαυτούς μας υπόχρεοι. Έχουμε συνδράμει στον δικό μας χαμό.

Και -και αυτό το λέω ως ένας επαγγελματίας συγγραφέας φαντασίας- οι παραγωγοί, οι σεναριογράφοι και οι σκηνοθέτες που δημιουργούν αυτούς τους οπτικοακουστικούς κόσμους δεν γνωρίζουν πόσο από το περιεχόμενό τους είναι αληθές. Με άλλα λόγια, είναι θύματα του δικού τους προϊόντος, μαζί με μας. Μιλώντας για τον εαυτό μου, δεν ξέρω πόσο από τα γραφόμενά μου είναι αληθές, ή ποια τμήματα (εάν υπάρχουν) είναι αληθή. Αυτό είναι μία πιθανώς θανατηφόρα κατάσταση. Έχουμε φαντασία που μιμείται την αλήθεια, και αλήθεια που μιμείται την φαντασία. Έχουμε μία επικίνδυνη υπερκάλυψη, ένα επικίνδυνο θόλωμα. Και, κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι σκόπιμη. Στην πραγματικότητα, αυτό είναι μέρος του προβλήματος. Δεν μπορείς να νομοθετήσεις έναν συγγραφέα ώστε να επισημαίνει σωστά το προϊόν του, όπως μία κονσέρβα με πουτίγκα της οποίας τα συστατικά αναγράφονται στην ετικέττα… δεν μπορείς να τον καταναγκάσεις να δηλώσει ποιο μέρος είναι αληθές και ποιο όχι εάν ο ίδιος δεν γνωρίζει.

Είναι μια εξώκοσμη εμπειρία το να γράφεις κάτι και να το κάνεις μυθιστόρημα, πιστεύοντας ότι είναι καθαρή φαντασία, και να μαθαίνεις αργότερα -ίσως χρόνια αργότερα- ότι είναι αλήθεια. Θα ήθελα να σας δώσω ένα παράδειγμα. Είναι κάτι που δεν καταλαβαίνω. Ίσως μπορέσετε να βρείτε μια θεωρία. Εγώ δεν μπορώ.

Το 1970 έγραψα ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο Κυλήστε Δάκρυά Μου, Είπε Ο Αστυνόμος. Ένας από τους χαρακτήρες είναι ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι που ονομάζεται Κάθυ. Το όνομα του άντρα της είναι Τζακ. Η Κάθυ φαίνεται να λειτουργεί για τον εγκληματικό υπόκοσμο, αλλά αργότερα, όπως διαβάζουμε βαθύτερα στο μυθιστόρημα, ανακαλύπτουμε ότι πραγματικά εργάζεται για την αστυνομία. Έχει μια σχέση που διεξάγεται με έναν αστυνομικό επιθεωρητή. Ο χαρακτήρας είναι καθαρή φαντασία. Ή τουλάχιστον έτσι θεώρησα.

Όπως και να έχει, την ημέρα των Χριστουγέννων του 1970, συνάντησα ένα κορίτσι που ονομαζόταν Κάθυ -αυτό ήταν αφού είχα τελειώσει το μυθιστόρημα, καταλαβαίνετε. Ήταν δεκαεννιά ετών. Ο φίλος της λεγόταν Τζακ. Σύντομα έμαθα ότι η Κάθυ ήταν έμπορος ναρκωτικών. Πέρασα μήνες προσπαθώντας να την κάνω να εγκαταλείψει την εμπορεία ναρκωτικών· Εγώ την προειδοποιούσα ξανά και ξανά ότι αυτή θα πιάνονταν. Τότε, ένα βράδυ όπως μπαίναμε μαζί σε ένα εστιατόριο, η Κάθυ σταμάτησε και είπε, «Δεν μπορώ να μπω.» Καθισμένος στο εστιατόριο ήταν ένας αστυνομικός επιθεωρητής που ήξερα.«Πρέπει να σας πω την αλήθεια,» είπε η Κάθυ. «Έχω σχέση με αυτόν.»

Ασφαλώς, πρόκειται για παράξενες συμπτώσεις. Έχω, ίσως, προγνωστικές δυνάμεις. Αλλά το μυστήριο γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, το επόμενο στάδιο με μπερδεύει εντελώς. Με μπερδεύει για τέσσερα χρόνια.

Το 1974 το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Doubleday. Ένα απόγευμα μιλούσα με τον ιερέα μου -είμαι Επισκοπιανός- και έτυχε να του αναφέρω μια σημαντική σκηνή κοντά στο τέλος του μυθιστορήματος στο οποίο ο χαρακτήρας Φέλιξ Μπάκμαν συναντά έναν μαύρο ξένο σε ένα ολονύκτιο βενζινάδικο, και αρχίζουν να μιλάνε. Όπως περιέγραφα την σκηνή με όλο και περισσότερες λεπτομέρειες, ο ιερέας μου γινόταν σταδιακά πιο ταραγμένος. Επιτέλους είπε, «Αυτή είναι μία σκηνή από τις Πράξεις, από τη Βίβλο! Στις πράξεις, το πρόσωπο το οποίο συναντά τον μαύρο άνθρωπο στον δρόμο ονομάζεται Φίλιππος -το όνομά σου. » Ο Πατέρας Ρας ήταν τόσο αναστατωμένος από την ομοιότητα, ώστε δεν μπόρεσε να εντοπίσει το στιγμιότυπο στην Βίβλο. «Διάβασε τις Πράξεις,» μου είπε. «Και θα συμφωνήσεις. Είναι η ίδια μέχρι και σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες.»

Πήγα σπίτι και διάβασα την σκηνή στις Πράξεις. Ναι, ο Πατέρας Ρας είχε δίκιο· η σκηνή στο μυθιστόρημά μου ήταν ένα προφανές επαναδιήγημα της σκηνής στις Πράξεις… και ποτέ δεν είχα διαβάσει τις Πράξεις, οφείλω να ομολογήσω. Αλλά και πάλι το παζλ έγινε βαθύτερο. Στις Πράξεις, ο ηψηλόβαθμος Ρωμαίος υπάλληλος ο οποίος συλλαμβάνει και ανακρίνει τον Άγιο Παύλο ονομάζεται Φέλιξ -το ίδιο όνομα με τον χαρακτήρα μου. Και ο χαρακτήρας μου Φέλιξ Μπάκμαν είναι ένας υψηλόβαθμος αστυνομικός στρατηγός· στην πραγματικότητα, στο μυθιστόρημά μου κατέχει το ίδιο αξίωμα με τον Φέλιξ στο βιβλίο των πράξεων: η τελική αρχή. Υπάρχει μια συνομιλία στο μυθιστόρημά μου που μοιάζει πολύ με μια συνομιλία μεταξύ του Φέλιξ και του Παύλου.

Λοιπόν, αποφάσισα να δοκιμάσω για περαιτέρω ομοιότητες. Ο κύριος χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου ονομάζεται Τζέϊσον. Πήρα ένα ευρετήριο για τη Βίβλο και κοίταξα να δω εάν κάποιος με το όνομα Ιάσωνας εμφανίζεται κάπου στη Βίβλο. Δεν μπορούσα να θυμηθώ κάποιον. Λοιπόν, ένας άνθρωπος που ονομάζεται Ιάσωνας εμφανίζεται μια φορά και μια φορά μόνον στην Βίβλο. Είναι στις Πράξεις. Και, σαν να πληγώ περαιτέρω με συμπτώσεις, στο μυθιστόρημά μου ο Ιάσωνας τρέπεται σε φυγή από τις αρχές και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι ενός ατόμου, και στις Πράξεις ο άνθρωπος ονόματι Ιάσωνας δίνει καταφύγιο σε έναν φυγά του νόμου στο σπίτι του -μια ακριβής αντιστροφή της κατάστασης στο μυθιστόρημά μου, λες και το μυστηριώδες Πνεύμα υπεύθυνο για όλα αυτά περιγελούσε σχετικά με το όλο θέμα.

Ο Φέλιξ, ο Ιάσωνας και η συνάντηση στο δρόμο με τον μαύρο άνδρα που είναι ένας πλήρης ξένος. Στις Πράξεις, ο μαθητής Φίλιππος βαπτίζει τον μαύρο άνδρα, που στη συνέχεια φεύγει αγαλλιάζοντας. Στο μυθιστόρημά μου, ο Φέλιξ Μπάκμαν αγκαλιάζει τον μαύρο ξένο για συναισθηματική υποστήριξη, διότι η αδελφή του Φέλιξ Μπάκμαν έχει μόλις πεθάνει και αυτός καταρρέει ψυχολογικά. Ο μαύρος άνθρωπος ξεσηκώνει την διάθεση του Μπάκμαν και αν κι ο Μπάκμαν δεν φεύγει αγαλλιάζοντας, τουλάχιστον τα δάκρυά του έχουν σταματήσει να πέφτουν. Πετούσε σπίτι, κλαίγοντας για το θάνατο της αδελφής του, και έπρεπε να προσεγγίσει κάποιον, οποιονδήποτε, ακόμη και έναν απόλυτα ξένο. Πρόκειται για την συνάντηση μεταξύ δύο αγνώστων στον δρόμο που αλλάζει τη ζωή του ενός τους -και στο μυθιστόρημά μου, και στις Πράξεις. Και μια τελευταία παραξενιά από το μυστηριώδες πνεύμα εν δράσει: το όνομα του Φέλιξ είναι η Λατινική λέξη για το «ευτυχής». Το οποίο δεν ήξερα όταν έγραψα το μυθιστόρημα.

Μια προσεκτική μελέτη του μυθιστορήματός μου δείχνει ότι για λόγους για τους οποίους δεν μπορώ καν να αρχίσω να εξηγώ είχα καταφέρει να επαναδιηγηθώ πολλά από τα βασικά συμβάντα από ένα συγκεκριμένο βιβλίο της Βίβλου, και είχε ακόμη τα σωστά ονόματα. Τι θα μπορούσε να το εξηγήσει αυτό; Αυτό ήταν πριν από τέσσερα χρόνια όταν τα διαπίστωσα όλα αυτά. Για τέσσερα χρόνια, έχω προσπαθήσει να καταλήξω σε μια θεωρία και δεν το έχω καταφέρει. Αμφιβάλλω αν ποτέ θα το κάνω.

Αλλά το μυστήριο δεν είχε λήξει εκεί, όπως είχα φανταστεί. Πριν από δύο μήνες περπατούσα στο γραμματοκιβώτιο αργά το βράδυ, να στείλω μία επιστολή, και επίσης να απολαύσω το θέαμα της Εκκλησίας του Αγίου Ιωσήφ, που κάθεται απέναντι από την πολυκατοικία μου. Παρατήρησα έναν άνδρα που γυρόφερνε ύποπτα δίπλα από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Φαινόταν σαν να προσπαθούσε να κλέψει το αυτοκίνητο, ή ίσως κάτι από αυτό· όπως επέστρεψα από το γραμματοκιβώτιο, ο άνθρωπος κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Από παρόρμηση, πήγα και τον ρώτησα, «Συμβαίνει τίποτε;»

«Μου τελείωσε η βενζίνη,» είπε ο άνθρωπος. «Και δεν έχω χρήματα.»

Απίστευτα, διότι δεν το είχα κάνει αυτό ποτέ πριν, έβγαλα το πορτοφόλι μου, πήρα όλα τα χρήματα από αυτό και του έδωσα τα χρήματα. Μετά δώσαμε τα χέρια και με ρώτησε πού έμενα, έτσι ώστε αυτός να μπορούσε αργότερα να μου δώσει τα χρήματά μου πίσω. Επέστρεψα στο διαμέρισμά μου, και στην συνέχεια συνειδητοποίησα ότι τα χρήματα δεν θα ωφελούσαν σε τίποτα, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανένα βενζινάδικο σε κοντινή απόσταση. Έτσι επέστρεψα, στο αυτοκίνητό μου. Ο άνθρωπος είχε ένα μεταλλικό δοχείο για βενζίνη στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, και, μαζί, πήγαμε με το αυτοκίνητό μου σε ένα ολονύκτιο βενζινάδικο. Σύντομα καθόμασταν όρθιοι εκεί, δύο άγνωστοι, ενώ ο βενζινάς γέμιζε το μεταλλικό δοχείο βενζίνης. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι αυτή ήταν η σκηνή στο μυθιστόρημά μου -το μυθιστόρημα γραμμένο οκτώ χρόνια πριν. Το ολονύκτιο βενζινάδικο ήταν ακριβώς όπως το είχα οραματιστεί στο εσωτερικό μου μάτι όταν έγραψα την σκηνή -το εκτυφλωτικό λευκό φως, ο βενζινάς- και τώρα είδα κάτι που δεν είχα δει πριν. Ο ξένος που βοηθούσα ήταν μαύρος.

Πήγαμε πίσω στο αυτοκίνητό του που είχε μείνει με την βενζίνη, δώσαμε τα χέρια, και στη συνέχεια επέστρεψα στην πολυκατοικία μου. Ποτέ δεν τον είδα ξανά. Αυτός δεν μπόρεσε να με ξεπληρώσει επειδή δεν του είχα πει ποιο από τα πολλά διαμερίσματα ήταν το δικό μου ή ποιο ήταν το όνομά μου. Είχα ταρακουνηθεί τρομερά από αυτή την εμπειρία. Είχα κυριολεκτικά ζήσει μια σκηνή εντελώς όπως είχε εμφανιστεί στο μυθιστόρημά μου. Σαν να λέμε, είχα ζήσει ένα είδος πανομοιότυπου της σκηνής στις Πράξεις όπου ο Φίλιππος συναντά τον μαύρο άνθρωπο στο δρόμο.

Τι θα μπορούσε να εξηγήσει όλα αυτά;

Η απάντηση που έχω καταλήξει μπορεί να μην είναι σωστή, αλλά είναι η μόνη απάντηση που έχω. Έχει να κάνει με τον χρόνο. Η θεωρία μου είναι η εξής: Με κάποιαν ορισμένη σημαντική έννοια, ο χρόνος δεν είναι πραγματικός. Ή ίσως και να είναι πραγματικός, αλλά όχι όπως τον βιώνουμε ή τον φανταζόμαστε πως είναι. Είχα την οξεία, συντριπτική βεβαιότητα (και έχω ακόμη) ότι παρ’ όλη την αλλαγή που βλέπουμε, ένα ειδικό μόνιμο τοπίο υποκρύπτεται κάτω από τον κόσμο της αλλαγής: και ότι αυτό το αόρατο υποκείμενο τοπίο είναι αυτό της Βίβλου· αυτή, συγκεκριμένα, είναι η περίοδος αμέσως μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού· είναι, με άλλα λόγια, η χρονική περίοδος των Πράξεων.

Ο Παρμενίδης θα ήταν περήφανος για μένα. Έχω κοιτάξει σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο και δήλωσα ότι, κάτω από αυτόν έγκειται το αιώνιο, το αμετάβλητο, το απολύτως αληθινό. Αλλά πώς έγινε; Εάν ο πραγματικός χρόνος είναι περίπου 50 μ.Χ., τότε γιατί βλέπουμε 1978 μ.Χ.; Και αν πραγματικά ζούμε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κάπου στη Συρία, γιατί βλέπουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, μια περίεργη θεωρία προέκυψε, την οποία θα σας παρουσιάσω όπως κι αν έχει. Είναι η θεωρία ότι Ο Κακός -Ο Σατανάς- είναι ο «Πίθηκος του Θεού.» Ότι δημιουργεί κίβδυλες απομιμήσεις της δημιουργίας, της αυθεντικής δημιουργίας του Θεού, και στη συνέχεια τις παρεμβάλλει αντί της αυθεντικής δημιουργίας. Η θεωρία αυτή βοηθάει να εξηγήσει την εμπειρία μου; Να πιστέψουμε ότι είμαστε φραγμένοι, ότι είμαστε αυταπατημένοι, ότι δεν πρόκειται για το 1978 αλλά 50 μ.Χ… και ο Σατανάς έχει υφάνει μία πλαστή πραγματικότητα για να σβήσει την πίστη μας με την επιστροφή του Χριστού;

Μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να εξετάζεται από έναν ψυχίατρο. Ο ψυχίατρος λέει, «Τι έτος έχουμε;» Και απαντώ, «50 μ.Χ.». Ο ψυχίατρος ανοιγοκλείνει τα μάτια του και στη συνέχεια ρωτά, «Και πού είσαι;» Απαντώ, «Στην Ιουδαία.» «Πού στο καλό είναι αυτό;» ρωτά ο ψυχίατρος. «Είναι μέρος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,» θα πρέπει να απαντούσα. «Γνωρίζετε ποιος είναι ο Πρόεδρος;» ο ψυχίατρος θα ερωτούσε, και θα απαντούσα, «Ο Προκουράτορας Φέλιξ.» «Είστε απόλυτα βέβαιος για αυτό»; ο ψυχίατρος θα ρωτούσε, δίνοντας εν τω μεταξύ ένα κρυφό σήμα σε δύο πολύ μεγαλόσωμους ψυχοτεχνικούς. «Αμέ,» θα επαναλάμβανα. «Εκτός κι αν ο Φέλιξ έχει παραιτηθεί και έχει αντικατασταθεί από τον Προκουράτορα Φέστο. Βλέπετε, ο Άγιος Παύλος είχε κρατηθεί από τον Φέλιξ για-»«Ποιος σ’ τα είπε όλ’ αυτά; »ο ψυχίατρος θα έσπαγε, εκνευρισμένα, και θα απαντούσα, «Το Άγιο Πνεύμα.» Και μετά από αυτό θα ήμουν στο δωμάτιο από καουτσούκ, μέσα ατενίζοντας έξω, και γνωρίζοντας ακριβώς γιατί ήμουν εκεί.

Τα πάντα σε αυτήν τη συνομιλία θα ήταν αλήθεια, κατά μίαν έννοια, αν και ολοφάνερα δεν αληθεύει σε μιαν άλλη. Γνωρίζω πολύ καλά ότι η ημερομηνία είναι 1978 και πως ο Τζίμυ Κάρτερ είναι πρόεδρος και ότι ζω στην Σάντα Άνα, στην Καλιφόρνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξέρω ακόμη πώς να πάω από το διαμέρισμά μου στην Ντίσνεϋλαντ, ένα γεγονός που φαίνεται ότι δεν μπορώ να ξεχάσω. Και σίγουρα δεν υπήρχε Ντίσνεϋλαντ πίσω στην εποχή του Αγίου Παύλου.

Έτσι, αν μπορώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να είναι πολύ ορθολογιστής και λογικός, και όλα τ’ άλλα καλά πράγματα, οφείλω να ομολογήσω ότι η ύπαρξη της Ντίσνεϋλαντ (η οποία γνωρίζω ότι είναι πραγματική) αποδεικνύει ότι δεν ζούμε στην Ιουδαία το 50 μ.Χ. Η ιδέα του Αγίου Παύλου να περιστρέφεται γύρω-γύρω μέσα σε γιγαντιαία φλυτζάνια ενώ γράφει την προς Κορινθίους επιστολή, ενώ η Παρισινή τηλεόραση τον τραβάει με τηλεφωτογραφικό φακό -απλά δεν μπορεί να συμβαίνει. Ο Άγιος Παύλος δεν θα πήγαινε ποτέ κοντά στην Ντίσνεϋλαντ. Μόνο τα παιδιά, οι τουρίστες και οι επισκεπτόμενοι υψηλόβαθμοι Σοβιετικοί πάνε στην Ντίσνεϋλαντ. Άγιοι δεν το κάνουν.

Αλλά κατά κάποιον τρόπο αυτό το βιβλικό υλικό παγίδευσε το ασυνείδητό μου και διείσδυσε στο μυθιστόρημά μου, και εξίσου αληθώς, για κάποιον λόγο το 1978 ξανάζησα μια σκηνή που περιέγραψα το 1970. Αυτό που λέω είναι το εξής: Υπάρχει εσωτερική απόδειξη σε τουλάχιστον ένα από τα μυθιστορήματά μου πως μια άλλη πραγματικότητα, μία αμετάβλητη πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο Παρμενίδης και ο Πλάτωνας υποπτεύονταν, υπόκειται κάτω από τον ορατό φαινομενικό κόσμο της αλλαγής, και κάπως, με κάποιον τρόπο, ίσως προς έκπληξή μας, μπορούμε να διαπεράσουμε σ’ αυτήν. Ή μάλλον, ένα μυστηριώδες Πνεύμα μπορεί να μας φέρει σε επαφή με αυτήν, αν θέλει να δούμε αυτό το άλλο μόνιμο τοπίο. Η ώρα περνάει, χιλιάδες χρόνια περνάνε, αλλά την ίδια στιγμή που βλέπουμε αυτόν τον σύγχρονο κόσμο, ο αρχαίος κόσμος, ο κόσμος της Βίβλου, κρύβεται κάτω από αυτόν, εξακολουθεί να υπάρχει και είναι ακόμη πραγματικός. Αιώνια.

Να τα δώσω όλα για όλα και να σας πω την υπόλοιπη από αυτήν την περίεργη ιστορία; Θα το κάνω, έχοντας ήδη προχωρήσει τόσο πολύ. Το μυθιστόρημά μου Κυλήστε Δάκρυά Μου, Είπε Ο Αστυνόμος κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Doubleday τον Φεβρουάριο του 1974. Την εβδομάδα αφού κυκλοφόρησε, είχα αφαιρέσει δύο έγκλειστους τραπεζίτες, έχοντας λάβει νιτρική πεντοθάλη. Αργότερα την ίδια ημέρα βρέθηκα με έντονο πόνο. Η γυναίκα μου τηλεφώνησε τον γναθοχειρουργό και τηλεφώνησε σε ένα φαρμακείο. Μισή ώρα αργότερα ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα μου: το πρόσωπο από το φαρμακείο με τα φάρμακα για τον πόνο. Παρόλο που αιμορραγούσα και ήμουν άρρωστος και αδύναμος, αισθάνθηκα την ανάγκη να απαντήσω στο χτύπημα της πόρτας ο ίδιος. Όταν άνοιξα την πόρτα, βρήκα τον εαυτό μου πρόσωπο με πρόσωπο με μια νεαρή γυναίκα -που φορούσε ένα λαμπερό χρυσό κολιέ στο κέντρο του οποίου ήταν ένα αστραφτερό ψάρι. Για κάποιο λόγο υπνωτίστηκα από το αστραφτερό χρυσό ψάρι· ξέχασα τον πόνο, ξέχασα την φαρμακευτική αγωγή, ξέχασα γιατί το κορίτσι ήταν εκεί. Το μόνο που έκανα ήταν να κοιτάζω επίμονα το σήμα του ιχθύ.

«Τι σημαίνει αυτό;» Την ρώτησα.

Το κορίτσι άγγιξε το αστραφτερό χρυσό ψάρι με το χέρι της και είπε, «Αυτό είναι ένα σύμβολο που φορούσαν οι πρώτοι χριστιανοί.» Στη συνέχεια μου έδωσε το πακέτο των φαρμάκων.

Εκείνη τη στιγμή, όπως κοιτούσα επίμονα το αστραφτερό σήμα του ιχθύ και άκουγα τα λόγια της, βίωσα ξαφνικά αυτό που αργότερα έμαθα πως ονομάζεται ανάμνησις -μια ελληνική λέξη που σημαίνει, κυριολεκτικά, «απώλεια λησμοσύνης.» Θυμήθηκα το ποιος ήμουν και πού ήμουν. Σε μια στιγμή, εν ριπή οφθαλμού, επανήλθαν όλα στην μνήμη μου. Και όχι μόνο μπορούσα να το θυμηθώ, αλλά μπορούσα και να το βλέπω. Το κορίτσι ήταν κρυπτοχριστιανή και το ίδιο κι εγώ. Ζούσαμε με τον φόβο του εντοπισμού από τους Ρωμαίους. Έπρεπε να επικοινωνούμε με δυσνόητα σημάδια. Μόλις μου τα είχε πει όλα αυτά, και ήταν αλήθεια.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, όσο δύσκολο και αν είναι αυτό να το πιστέψεις ή να το εξηγήσεις, είδα σιγά-σιγά να έρχονται στην θέα μου τα μαύρα φυλακοφανή περιγράμματα της απεχθούς Ρώμης. Όμως, περισσότερο σημαντικά, θυμήθηκα τον Ιησού, που μόλις πρόσφατα ήταν μαζί μας, και είχε φύγει προσωρινά, και πολύ σύντομα θα επέστρεφε. Το συναίσθημά μου ήταν αυτό της χαράς. Κρυφά προετοιμαζόμασταν να Τον καλωσορίσουμε πίσω. Δεν θα ήταν για πολύ. Και οι Ρωμαίοι δεν το γνώριζαν. Νόμιζαν ότι ήταν νεκρός, για πάντα νεκρός. Αυτό ήταν το μεγάλο μας μυστικό, η ευτυχισμένη γνώση μας. Παρ’ όλα τα φαινόμενα, ο Χριστός επρόκειτο να επιστρέψει και η χαρά μας και η ανυπομονησία μας ήταν απεριόριστες.

Δεν είναι περίεργο ότι αυτό το παράξενο γεγονός, αυτή η ανάκτηση της χαμένης μνήμης, παρουσιάστηκε μόνο μία εβδομάδα αφού το Κυλήστε Δάκρυά Μου κυκλοφόρησε; Και είναι το Κυλήστε Δάκρυά Μου που περιέχει την αναπαραγωγή των ανθρώπων και των γεγονότων από τις Πράξεις, οι οποίες είναι τοποθετημένες την συγκεκριμένη στιγμή -ακριβώς μετά τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού- και ότι θυμήθηκα, μέσω του συμβόλου του χρυσού ιχθύος, πως είχε μόλις λάβει χώρα;

Εάν ήσασταν στην θέση μου, και αυτό είχε συμβεί σε σας, είμαι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσατε να το αφήσετε στην ησυχία του. Θα επιζητούσατε μια θεωρία που θα το δικαιολογούσε. Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια τώρα, προσπαθώ την μία θεωρία μετά την άλλη: κυκλικός χρόνος, σταματημένος χρόνος, διαχρονικός χρόνος, αυτό που ονομάζεται «ιερός» ως αντιπαραβολή με τον «εγκόσμιο» χρόνο… Δεν μπορώ να μετρήσω τις θεωρίες που έχω δοκιμάσει. Μία σταθερά έχει επικρατήσει, ωστόσο, από όλες τις θεωρίες. Πρέπει να υπάρχει πράγματι ένα μυστηριώδες Άγιο πνεύμα που έχει μια ακριβή και προσωπική σχέση με τον Χριστό, που μπορεί να ενοικεί στα ανθρώπινα μυαλά, να τα οδηγεί και να τα ενημερώνει, και ακόμα και να εκφράζεται μέσω εκείνων των ανθρώπων, ακόμη και χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Στην συγγραφή του Κυλήστε Δάκρυά Μου, πίσω στο 1970, υπήρξε ένα ασυνήθιστο γεγονός που συνειδητοποίησα εκείνη την στιγμή ότι δεν ήταν σύνηθες, δεν ήταν ένα μέρος της κανονικής διαδικασίας γραφής. Είχα ένα όνειρο μια νύχτα, ένα ιδιαίτερα έντονο όνειρο. Και όταν ξύπνησα βρέθηκα καταναγκασμένος -απόλυτα αναγκασμένος- το να βάλω το όνειρο στο μυθιστόρημα ακριβώς όπως το είχα ονειρευτεί. Για να πετύχω το όνειρο ακριβώς, έπρεπε να κάνω έντεκα προσχέδια για το τελευταίο μέρος του χειρογράφου, μέχρι να ικανοποιούμουν.

Θα παραθέσω τώρα από το μυθιστόρημα, όπως εμφανίστηκε στην τελική, δημοσιευμένη του μορφή. Δείτε εάν αυτό το όνειρο σας υπενθυμίζει κάτι.


Η ύπαιθρος, καφέ και ξηρή, το καλοκαίρι, όπου είχε ζήσει ως παιδί. Ίππευε ένα άλογο, και μια ομάδα αλόγων τον πλησίαζε αργά στα αριστερά του. Στα άλογα ίππευαν άνδρες με λαμπερούς χιτώνες, κάθε ένας με διαφορετικό χρώμα· καθένας τους φορούσε ένα μυτερό κράνος που άστραφτε στο φως του ήλιου. Οι αργοί, σοβαροί ιππότες τον πέρασαν και όπως ταξίδευαν ξεχώρισε το πρόσωπο του ενός: ένα αρχαίο μαρμάρινο πρόσωπο, ένας τρομερά γέρος με κυματισμούς καταρρακτών λευκής γενειάδας. Τι ισχυρή μύτη που είχε. Τι ευγενή χαρακτηριστικά. Τόσο κουρασμένος, τόσο σοβαρός, τόσο πολύ μακριά από τους συνηθισμένους άνδρες. Προφανώς ήταν ένας βασιλιάς. Ο Φέλιξ Μπάκμαν τον άφησε να περάσει· αυτός δεν τους μίλησε και αυτοί δεν του είπαν τίποτε. Μαζί, όλοι κινήθηκαν προς το σπίτι από όπου είχε έρθει. Ένας άνθρωπος είχε κλειδωθεί μέσα στο σπίτι, ένας άνθρωπος μόνος του, ο Τζέϊσον Τάβερνερ, στην σιωπή και το σκοτάδι, χωρίς παράθυρα, μόνος του, από τώρα και στο εξής μέχρι την αιωνιότητα. Καθισμένος, απλώς υπάρχοντας, αδρανής. Ο Φέλιξ Μπάκμαν συνέχισε, προς στην ανοικτή ύπαιθρο. Και στη συνέχεια άκουσε από πίσω του μία φοβερή διαπεραστική και μόνη στριγγλιά. Είχαν σκοτώσει τον Τάβερνερ, και βλέποντάς τους να μπαίνουν, αισθανόμενός τους στις σκιές γύρω του, γνωρίζοντας τι επρόκειτο να κάνουν μαζί του, ο Τάβερνερ είχε στριγγλίσει.
Μέσα του ο Φέλιξ Μπάκμαν αισθάνθηκε απόλυτη και βαθύτατη απελπιστική θλίψη. Αλλά στο όνειρο του δεν επέστρεψε ούτε κοίταξε πίσω. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να γίνει. Κανείς δεν θα μπορούσε να έχει σταματήσει το απόσπασμα των ποικιλόχρωμων ανδρών με τους χιτώνες· δεν θα μπορούσε να τους ειπωθεί όχι. Οπωσδήποτε, είχε τελειώσει. Ο Τάβερνερ ήταν νεκρός.

Αυτό το εδάφιο πιθανότατα δεν σας υποδηλώνει κάτι το συγκεκριμένο, εκτός από ένα απόσπασμα του νόμου το οποίο επιτελεί την τιμωρία σε κάποιον είτε ένοχο είτε κάποιον που θεωρείται ένοχος. Δεν είναι σαφές το εάν ο Τάβερνερ στην πραγματικότητα έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα ή απλώς πιστεύεται ότι έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα. Είχα την εντύπωση ότι ήταν ένοχος, αλλά πως ήταν μία τραγωδία το ότι έπρεπε να θανατωθεί, μία τρομερά λυπηρή τραγωδία. Στο μυθιστόρημα, το όνειρο αυτό προκαλεί τον Φέλιξ Μπάκμαν να αρχίσει να κλαίει και επομένως αναζητά τον μαύρο άνθρωπο στο ολονύκτιο βενζινάδικο.

Μήνες αφότου το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε, βρήκα το τμήμα στην Βίβλο στο οποίο το όνειρο αναφέρεται. Είναι από τον Δανιήλ, 7:9:


ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθητο, καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, καὶ ἡ θρὶξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός, οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον· ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν.

Ο ασπροτρίχης γέρος εμφανίζεται ξανά στην Αποκάλυψη 1:13:


βλέπειν… ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν· ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χιών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν

Και μετά 1:17:


Καὶ ὅτε εἶδον αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός, καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα ἐπ’ ἐμὲ λέγων· Μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρὸς, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου. γράψον οὖν ἃ εἶδες, καὶ ἅ εἰσι καὶ ἃ μέλλει γίνεσθαι μετὰ ταῦτα·

Και, σαν τον Ιωάννη τον Θεολόγο, σημείωσα πιστά όσα είδα και τα έβαλα στο μυθιστόρημά μου. Και ήταν αληθές ότι, παρότι εκείνην την στιγμή δεν ήξερα ποιον εννοούσε αυτή η περιγραφή:


…ξεχώρισε το πρόσωπο του ενός: ένα αρχαίο μαρμάρινο πρόσωπο, ένας τρομερά γέρος με κυματισμούς καταρρακτών λευκής γενειάδας. Τι ισχυρή μύτη που είχε. Τι ευγενή χαρακτηριστικά. Τόσο κουρασμένος, τόσο σοβαρός, τόσο πολύ μακριά από τους συνηθισμένους άνδρες. Προφανώς ήταν ένας βασιλιάς.

Πράγματι ήταν βασιλιάς. Είναι ο Χριστός που επέστρεψε, για να κρίνει. Και αυτό είναι αυτό που κάνει στο μυθιστόρημά μου: Αυτός κρίνει τον άνθρωπο που είναι σφραγισμένος στο σκοτάδι. Ο άνθρωπος που είναι σφραγισμένος στο σκοτάδι πρέπει να είναι ο Πρίγκιπας του Κακού, η Δύναμη του Σκότους. Ονομάστε το όπως θέλετε, η ώρα του είχε έρθει. Είχε κριθεί και είχε καταδικαστεί. Ο Φέλιξ Μπάκμαν θα μπορούσε να κλαίει για το θλιβερό του γεγονότος, αλλά γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η ετυμηγορία. Και έτσι αυτός συνέχισε να ιππεύει, χωρίς να γυρίσει ή να κοιτάξει πίσω, ακούγοντας μόνο την στριγγλιά του φόβου και της ήττας: η κραυγή του κακού που καταστράφηκε.

Έτσι το μυθιστόρημά μου περιείχε υλικό από άλλα τμήματα της Βίβλου, καθώς και τα τμήματα από τις Πράξεις. Αποκρυπτογραφημένο, το μυθιστόρημά μου λέει μια εντελώς διαφορετική ιστορία από την επιφανειακή ιστορία (στην οποία δεν χρειάζεται να εντρυφήσουμε εδώ). Η πραγματική ιστορία είναι απλώς αυτή: της επιστροφής του Χριστού, τώρα βασιλιά αντί του υπηρέτη που υποφέρει. Κριτής αντί για θύμα άδικης κρίσης. Τα πάντα είναι ανεστραμμένα. Το κεντρικό μήνυμα του μυθιστορήματός μου, χωρίς να το γνωρίζω, ήταν μια προειδοποίηση προς τους ισχυρούς: Σύντομα θα κριθείτε και θα καταδικαστείτε. Σε ποιον, συγκεκριμένα, αναφερόταν; Καλά, δεν μπορώ να πω· ή μάλλον θα προτιμούσα να μην πω. Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη γνώση, μόνο μια διαίσθηση. Και αυτό δεν είναι αρκετό για να συνεχίσω, έτσι θα κρατήσω τις σκέψεις μου για μένα. Αλλά ίσως αναρωτηθείτε εσείς ποια πολιτικά γεγονότα συνέβησαν σε αυτήν τη χώρα μεταξύ του Φεβρουαρίου του 1974 και του Αυγούστου του 1974. Ρωτήστε τον εαυτό σας, ποιος είχε κριθεί και καταδικαστεί και έπεσε όπως ένα φλεγόμενο αστέρι στον όλεθρο και την ντροπή. Ο πιο ισχυρός άντρας στον κόσμο. Και λυπάμαι για αυτόν τώρα, όπως έκανα και όταν ονειρεύτηκα εκείνο το όνειρο. «Αυτός ο φτωχός φτωχός άνθρωπος,» είπα κάποτε στην γυναίκα μου, με δάκρυα στα μάτια μου. «Κλεισμένος στο σκοτάδι, παίζοντας το πιάνο μες στη νύχτα για τον εαυτό του, μόνος και φοβισμένος, γνωρίζοντας τι πρόκειται να γίνει». Για όνομα του Θεού, ας τον συγχωρήσουμε, επιτέλους. Αλλά το τι έγινε με αυτόν και όλους τους άντρες του -«όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου,» όπως έχει τεθεί- έπρεπε να γίνει. Αλλά η ιστορία έχει τελειώσει, και αυτός θα πρέπει να αφεθεί στο φως του ήλιου και πάλι· κανένα πλάσμα, όχι πρόσωπο, δεν θα πρέπει να είναι κλεισμένο στο σκοτάδι για πάντα, με τον φόβο. Δεν είναι ανθρώπινο.

Τον καιρό περίπου που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσιζε πως οι μαγνητοταινίες του Νίξον έπρεπε να παραδωθούν στον ειδικό εισαγγελέα, έτρωγα σε ένα Κινεζικό εστιατόριο στη Γιόρμπα Λίντα, την πόλη της Καλιφόρνιας όπου ο Νίξον πήγε σχολείο -όπου μεγάλωσε, εργάστηκε σε ένα μανάβικο, όπου υπάρχει ένα πάρκο με το όνομά του, και φυσικά το σπίτι του Νίξον, με τις φάλτσες επενδύσεις στους εξωτερικούς τοίχους, και όλα αυτά. Στο μπισκότο της τύχης μου, πήρα την ακόλουθη τύχη:


ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΡΥΦΑ ΕΧΟΥΝ
ΕΝΑΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ.

Ταχυδρόμησα το χαρτί στον Λευκό Οίκο, αναφέροντας ότι το Κινεζικό εστιατόριο βρισκόταν ένα μίλι από το αρχικό σπίτι του Νίξον, και είπα, «Πιστεύω ότι έχει γίνει ένα λάθος· κατά λάθος πήρα την τύχη του κου Νίξον. Μήπως έχει την δική μου;» Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε.

Λοιπόν, όπως είπα νωρίτερα, ο συγγραφέας ενός έργου υποτιθέμενης φαντασίας μπορεί να γράψει την αλήθεια και να μην το ξέρει. Παραθέτοντας τον Ξενοφάνη, έναν άλλο προσωκρατικό: «Ακόμα και αν κάποιος τύχει να πει την τελειότερη αλήθεια, όμως ο ίδιος δεν το ξέρει· τα πάντα είναι καλυμμένα με την εμφάνισή τους (εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα τύχοι τετελεσμένον εἰπών, αὐτὸς ὅμως οὐκ οἶδε· δόκος δ’ ἐπὶ πᾶσι τέτυκται)»(απόσπασμα 34). Και ο Ηράκλειτος προσθέτει σε αυτό: «Η φύση των πραγμάτων συνηθίζει να αποκρύπτει τον εαυτόν της (φύσις δὲ καθ’ Ἡράκλειτον κρύπτεσθαι φιλεῖ)» (απόσπασμα 123). O Γ. Σ. Γκίλμπερτ, των Γκίλμπερτ και Σάλλιβαν, το έθεσε ως: «Τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν είναι ό,τι φαίνονται, το άπαχο γάλα μεταμφιέζεται ως κρέμα.» Το νόημα είναι ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας και πιθανώς ούτε ακόμη και μας την a priori συλλογιστική μας. Όσον αφορά στις αισθήσεις μας, κατανοώ ότι οι άνθρωποι που είναι εκ γεννετής τυφλοί και ξαφνικά τους δίνεται η όραση εκπλήσσονται όταν ανακαλύπτουν ότι τα αντικείμενα εμφανίζονται όλο και μικρότερα όπως απομακρύνονται. Λογικά, δεν υπάρχει λόγος για αυτό. Εμείς, φυσικά, έχουμε φτάσει να το αποδεχόμαστε, επειδή το έχουμε συνηθίσει. Βλέπουμε τα αντικείμενα να γίνονται μικρότερα, αλλά γνωρίζουμε ότι, στην πραγματικότητα το μέγεθός τους παραμένει το ίδιο. Έτσι ακόμα και το κοινό καθημερινό πραγματιστικό άτομο χρησιμοποιεί ένα ορισμένο ποσό εξελιγμένης έκπτωσης ως προς το του τι του λένε τα μάτια και τα αυτιά του.

Λίγα από τα γραφόμενα του Ηράκλειτου έχουν επιβιώσει, και αυτά που έχουμε είναι δυσνόητα, αλλά το απόσπασμα 54 είναι διαυγές και σημαντικό: «Η λανθάνουσα δομή είναι ο άρχοντας της προφανούς δομής (ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείττων)». Αυτό σημαίνει ότι Ηράκλειτος πίστευε ότι ένα πέπλο σκέπαζε το αληθινό τοπίο. Μπορεί επίσης να υποπτευόταν πως ο χρόνος κάπως δεν ήταν αυτό που φαινόταν, επειδή στο απόσπασμα 52, είπε: «Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, παίζει ντάμες, του παιδιού είναι το βασίλειο (αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη).» Αυτό είναι πράγματι δυσνόητο. Αλλά επίσης είπε, στο απόσπασμα 18: «Εάν κάποιος δεν το αναμένει, δεν θα βρεί το μη αναμενόμενο· δεν είναι δυνατή η παρακολούθησή του και κανένα μονοπάτι δεν μας οδηγεί σε αυτό (ἐὰν μὴ ἔλπηται, ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον).» Ο Έντουαρντ Χάσσεϋ, στο ακαδημαϊκό του βιβλίο Οι Προσωκρατικοί, λέει:


Εάν ο Ηράκλειτος είναι επίμονος σχετικά με την έλλειψη κατανόησης όπως φανερώνεται στους περισσότερους, θα ήταν λογικό να προσφέρει περαιτέρω οδηγίες για την διείσδυση στην αλήθεια. Η αινιγματική ομιλία υποδηλώνει ότι κάποιου είδους αποκάλυψη, πέραν του ελέγχου του ανθρώπου, είναι αναγκαία… Η πραγματική σοφία, όπως είδαμε, είναι στενά συνδεδεμένη με τον Θεό, η οποία υποδηλώνει περισσότερο ότι για να προάγει την σοφία του ένας άνθρωπος γίνεται σαν τον, ή ένα μέρος του, Θεού.

Αυτή η παράθεση δεν είναι από ένα θρησκευτικό βιβλίο ή ένα βιβλίο για την θεολογία· είναι μια ανάλυση των παλαιοτέρων φιλοσόφων από έναν λέκτορα στην αρχαία φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο Χάσσεϋ καθιστά σαφές ότι για αυτούς τους πρώτους φιλοσόφους δεν υπήρχε καμία διάκριση μεταξύ της φιλοσοφίας και της θρησκείας. Το πρώτο μεγάλο άλμα στην Ελληνική θεολογία ήταν από τον Ξενοφάνη της Κολοφώνας, γεννημένος στα μέσα του έκτου αιώνα π.Χ. Ο Ξενοφάνης, χωρίς να προσφύγει σε οποιαδήποτε αυθεντία εκτός από αυτήν του δικού του μυαλού, λέει:


Ένας Θεός υπάρχει, με κανέναν τρόπο όμοιος με τα θνητά πλάσματα είτε σε σωματώδη μορφή είτε στην σκέψη του μυαλού του. Το όλον του βλέπει, το όλον του σκέπτεται, το όλον του ακούει. Μένει πάντοτε ακίνητος στο ίδιο σημείο· δεν είναι ταιριαστό γι’αυτόν να κινείται τώρα από ‘δω, και τώρα από ‘κει
(εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα. οὖλος ὁρᾶι, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δέ τ’ ἀκούει…αἰεὶ δ’ ἐν ταὐτῶι μίμνει κινεύμενος οὐδέν, οὐδὲ μετέρχεσθαί μιν ἐπιπρέπει ἄλλοτε ἄλληι)

Αυτή είναι μια λεπτή και προηγμένη έννοια του Θεού, προφανώς χωρίς προηγούμενο μεταξύ των Ελλήνων στοχαστών. «Τα επιχειρήματα του Παρμενίδη φαίνεται να δείχνουν ότι όλη η πραγματικότητα πρέπει όντως να είναι ένας νους,» γράφει ο Χάσσεϋ, «ή ένα αντικείμενο σκέψης σε έναν νου.» Όσον αφορά στον Ηράκλειτο συγκεκριμένα, λέει, «Στον Ηράκλειτο είναι δύσκολο να πεις πόσο πολύ τα σχέδια στον νου του Θεού ξεχωρίζουν από την εκτέλεση μέσα στον κόσμο, ή πράγματι πόσο πολύ ο νους του Θεού ξεχωρίζει από τον κόσμο.» Το περαιτέρω άλμα από τον Αναξαγόρα πάντα με γοήτευε. «Ο Αναξαγόρας είχε οδηγηθεί σε μια θεωρία της μικροδομής της ύλης που την έκανε, σε κάποιο βαθμό, μυστηριώδη για την ανθρώπινη λογική.» Ο Αναξαγόρας πίστευε ότι όλα προσδιοριζόντουσαν από Νου. Δεν επρόκειτο για παιδαριώδης στοχαστές, ούτε πρωτόγονους. Συζητούσαν σοβαρά θέματα και σπούδαζαν τις απόψεις του άλλου με επιδέξια διορατικότητα. Δεν ήταν μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη που οι απόψεις τους είχαν ελαττωθεί σε ό,τι μπορούμε τακτοποιημένα -αλλά λανθασμένα- να ταξινομήσουμε ως ωμά. Το άθροισμα πολλής εκ της προσωκρατικής θεολογίας και φιλοσοφίας μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Ο κόσμος δεν είναι όπως φαίνεται ότι είναι, και αυτό που κατά πάσα πιθανότητα είναι, στο βαθύτερό του επίπεδο, είναι ακριβώς αυτό που ο άνθρωπος στο βαθύτερό του επίπεδο -αποκαλέστε το νου ή ψυχή, είναι κάτι μοναδιαίο που ζει και σκέφτεται και φαίνεται να είναι μόνο πληθυντικός και υλικό. Μεγάλο μέρος αυτής της άποψης φτάνει σε μας μέσω του δόγματος του Λόγου όσον αφορά στο Χριστό. Ο Λόγος ήταν και αυτό που σκεφτόταν, και το πράγμα το οποίο σκεφτόταν: στοχαστής και σκέψη μαζί. Το σύμπαν, τότε, είναι στοχαστής και σκέψη, και επειδή είμαστε μέρος του, εμείς ως άνθρωποι είμαστε, στην τελική ανάλυση, σκέψεις και στοχαστές αυτών των σκέψεων.

Έτσι αν ο Θεός σκέφτεται για την Ρώμη περίπου στο 50 μ.Χ., τότε στη Ρώμη περίπου στο 50 μ.Χ. είναι. Το σύμπαν δεν είναι ένα κουρδιστό ρολόϊ και ο Θεός το χέρι που το κουρδίζει. Το σύμπαν δεν είναι ένα ρολόϊ χειρός με μπαταρίες και ο Θεός η μπαταρία. Ο Σπινόζα πίστευε ότι το σύμπαν είναι το Σώμα του Θεού εκτεταμένο στο χώρο. Αλλά, πολύ καιρό πριν τον Σπινόζα -δύο χιλιάδες χρόνια πριν από αυτόν- Ο Ξενοφάνης είχε πει, «Ακοπίαστα, αυτός ασκεί όλα τα πράγματα με την σκέψη του μυαλού του (ἀλλ’ ἀπάνευθε πόνοιο νόου φρενὶ πάντα κραδαίνει)» (απόσπασμα 25).

Εάν κανείς σας έχει διαβάσει το μυθιστόρημά μου Ούμπικ, γνωρίζετε πως η μυστηριώδης οντότητα ή νους ή δύναμη αποκαλούμενη Ούμπικ ξεκινά ως μία σειρά φτηνών και χυδαίων διαφημίσεων και καταλήγει να λέει:


Είμαι ο Ούμπικ. Πριν το σύμπαν ήταν Ο Είμαι. Έφτιαξα τους ήλιους. Έφτιαξα τους κόσμους. Δημιούργησα τις ζωές και τα μέρη όπου κατοικούν· Τα μετακίνησα εκεί, τα τοποθέτησα εκεί. Πάνε όπου τους πω, κάνουν αυτό που τους λέω. Είμαι ο λόγος και το όνομά μου ποτέ δεν προφέρεται, το όνομα που κανείς δεν ξέρει. Ονομάζομαι Ούμπικ αλλά αυτό δεν είναι το όνομά μου. Είμαι. Πάντα θα είμαι.

Είναι προφανές από αυτό ποιος και τι είναι ο Ούμπικ -και λέγεται ρητώς ότι είναι ο λόγος, δηλαδή, ο Λόγος. Στην γερμανική μετάφραση, υπάρχει μία από τις πλέον υπέροχες παρεκτροπές σωστής κατανόησης που έχω ποτέ συναντήσει -Ο Θεός να μας βοηθήσει αν ο άνθρωπος που μετέφρασε το μυθιστόρημά μου Ούμπικ στα Γερμανικά ήταν να κάνει μια μετάφραση από την Κοινή Ελληνική στα Γερμανικά της Καινής Διαθήκης. Τα πήγε καλά μέχρις ότου βρήκε την φράση «Είμαι ο λόγος». Αυτό τον προβλημάτισε. Τι μπορεί να θέλει να πει ο συγγραφέας; πρέπει να ρώτησε τον εαυτό του, προφανώς μη έχοντας ξανασυναντήσει το δόγμα του Λόγου. Έτσι έκανε όσο καλύτερη δουλειά στην μετάφραση γινόταν. Στην Γερμανική έκδοση, η Απόλυτη Οντότητα, η οποία έφτιαξε τους ήλιους, έφτιαξε τους κόσμους, δημιούργησε τις ζωές και τα μέρη όπου αυτές κατοικούν, λέει για τον εαυτό του:


Είμαι η επωνυμία της μάρκας.

Εάν είχε μεταφράσει το Ευαγγέλιο σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη, υποθέτω πως θα έβγαινε ως:


Όταν όλα τα πράγματα άρχισαν, η επωνυμία της μάρκας ήταν ήδη. Η επωνυμία της μάρκας κατοίκησε με τον Θεό, και ό,τι ήταν ο Θεός, η επωνυμία της μάρκας ήταν.

Φαίνεται ότι όχι μόνο σας μεταφέρω χαιρετισμούς από την Ντίσνεϋλαντ, αλλά και από τον Μόρτιμερ Σνερντ. Αυτή είναι η τύχη ενός συγγραφέα που ήλπιζε να περιλάβει θεολογικά θέματα στα γραπτά του. «Η επωνυμία της μάρκας, τότε, ήταν με τον Θεό στην αρχή, και μέσω αυτού όλα τα πράγματα έλαβαν ύπαρξη· τίποτε δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτόν.» Έτσι συνεχίζει με ευγενείς φιλοδοξίες. Ας ελπίζουμε ότι ο Θεός έχει αίσθηση του χιούμορ.

Η μήπως θα έπρεπε να πω, Ας ελπίσουμε ότι η επωνυμία της μάρκας έχει αίσθηση του χιούμορ.

Όπως σας είπα νωρίτερα, οι δύο ανησυχίες μου στα γραπτά μου είναι «Τι είναι η πραγματικότητα;» και «Τι είναι ο αυθεντικός άνθρωπος;» Είμαι βέβαιος ότι μπορείτε να δείτε από τώρα ότι δεν μπόρεσα να απαντήσω στην πρώτη ερώτηση. Έχω μια σταθερή διαίσθηση ότι κάπως ο κόσμος της Βίβλου είναι ένα κυριολεκτικά πραγματικό αλλά συγκαλυμμένο τοπίο, αμετάβλητο, κρυμμένο από την όψη μας, αλλά είναι διαθέσιμο σε εμάς μέσω θείας αποκάλυψης. Αυτό είναι το μόνο στο οποίο κατάφερα να καταλήξω -ένα μείγμα μυστικιστικής εμπειρίας, αιτιολόγησης και πίστης. Θα ήθελα να πω κάτι σχετικά με τα χαρακτηριστικά του αυθεντικού ανθρώπου, όμως· στην αναζήτηση αυτή είχα πιο εύλογες απαντήσεις.

Το αυθεντικό ανθρώπινο ον είναι ένας από εμάς που ενστικτωδώς ξέρει τι δεν πρέπει να κάνει, και, επιπλέον, δεν θα προχωρήσει στην πράξη. Θα αρνηθεί να το κάνει, ακόμα και αν αυτό επιφέρει τρομερές συνέπειες σε αυτόν και σε εκείνους τους οποίους αγαπά. Αυτό, για μένα, είναι το τελικό ηρωϊκό χαρακτηριστικό των συνηθισμένων ανθρώπων· λένε όχι στον τύραννο και λαμβάνουν ήρεμα τις συνέπειες αυτής της αντίστασης. Οι πράξεις τους μπορεί να είναι μικρές, και σχεδόν πάντα απαρατήρητες, ασημάδευτες από την ιστορία. Τα ονόματά τους δεν θα τα θυμόμαστε, ούτε αυτοί οι αυθεντικοί άνθρωποι προσδοκούν να θυμόμαστε τα ονόματά τους. Βλέπω την αυθεντικότητα με έναν περίεργο τρόπο: όχι με την προθυμία τους να εκτελέσουν μεγάλα ηρωικά κατορθώματα αλλά με τις ήσυχες αρνήσεις τους. Στην ουσία, τους δεν μπορούν να υποχρεωθούν να γίνουν αυτό που δεν είναι.

Η δύναμη των κίβδυλων πραγματικοτήτων που μας πολιορκούν σήμερα -αυτές οι σκόπιμα επεξεργασμένες απομιμήσεις ποτέ δεν διεισδύουν στην καρδιά των πραγματικών ανθρώπινων όντων. Παρακολουθώ τα παιδιά που παρακολουθούν τηλεόραση και αρχικά φοβάμαι το τι διδάσκονται, και στη συνέχεια αντιλαμβάνομαι, Δεν μπορούν να διαφθαρούν ή να καταστραφούν. Παρακολουθούν, ακούνε, κατανοούν, και, στη συνέχεια, όπου και όταν είναι αναγκαίο, απορρίπτουν. Υπάρχει κάτι που είναι εξαιρετικά ισχυρό στην ικανότητα ενός παιδιού να μπορεί να αντέχει το απατηλό. Ένα παιδί έχει το καθαρότερο μάτι, το σταθερότερο χέρι. Οι γυρολόγοι, οι προωθητές προϊόντων, μάταια προσπαθούν να είναι ελκυστικοί στην συμμαχία των μικρών αυτών ανθρώπων. Αληθώς, οι εταιρείες δημητριακών μπορούν να είναι ικανές να εμπορεύονται τεράστιες ποσότητες πρωινών-σκουπίδια· οι αλυσίδες χάμπουργκερ και χοτ-ντογκ μπορούν να πωλούν ατελείωτους αριθμούς αναληθών ειδών φαστ-φουντ στα παιδιά, αλλά η βαθιά καρδιά χτυπά σταθερά, άφθαντη και ασυζητήσιμη. Ένα παιδί του σήμερα μπορεί να εντοπίσει ένα ψέμα ταχύτερα από τον σοφότερο ενήλικο πριν από δύο δεκαετίες. Όταν θέλω να ξέρω τι είναι αληθινό, ρωτώ τα παιδιά μου. Δεν με ρωτάνε αυτά· Εγώ απευθύνομαι σε αυτά.

Μία ημέρα ενώ ο γιος μου ο Κρίστοφερ, οι οποίος είναι τεσσάρων, έπαιζε μπροστά σε μένα και την μητέρα του, εμείς οι δύο ενήλικες αρχίσαμε να συζητάμε για την εικόνα του Ιησού στα συνοπτικά Ευαγγέλια. Ο Κρίστοφερ στράφηκε προς εμάς για μια στιγμή και είπε, «Είμαι ένας ψαράς. Ψαρεύω για ψάρια.» Έπαιζε με ένα μεταλλικό λυχνάρι που κάποιος μου είχε δώσει, που δεν είχα ποτέ χρησιμοποιήσει… και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το λυχνάρι είχε σχήμα σαν ένα ψάρι. Αναρωτιέμαι τι σκέψεις τοποθετούνταν στην ψυχή του μικρού μου αγοριού εκείνη την στιγμή -και όχι τοποθετημένα εκεί από εμπόρους δημητριακών ή πλανόδιους καραμέλας. «Είμαι ένας ψαράς. Ψαρεύω για ψάρια.» Ο Κρίστοφερ, στα τέσσερα, είχε βρει το σύμβολο που δεν είχα βρει μέχρι να γίνω σαράντα πέντε ετών.

Ο χρόνος επιταχύνει. Και για ποιον σκοπό; Ίσως μας το είπαν δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Ή ίσως δεν ήταν πραγματικά πριν από πολύ καιρό· ίσως είναι μία αυταπάτη το ότι έχει περάσει τόσος χρόνος. Ίσως να ήταν μια εβδομάδα πριν, ή ακόμη και νωρίτερα σήμερα. Ίσως ο χρόνος να μην επιταχύνει μόνο· ίσως πρόκειται να τελειώσει.

Και εάν τελειώσει, οι βόλτες στην Ντίσνεϋλαντ ποτέ δεν θα είναι ξανά οι ίδιες. Γιατί όταν ο χρόνος τελειώσει, τα πουλιά και οι ιπποπόταμοι και τα λιοντάρια και τα ελάφια στην Ντίσνεϋλαντ δεν θα είναι πλέον προσομοιώσεις, και, για πρώτη φορά, ένα αληθινό πουλί θα τραγουδήσει.

Σας ευχαριστώ.

Το διαβάσαμε στον "Κόλαφο"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου